Πόθεν έσχες; Το «από πού;» παραμένει αναπάντητο

Πόθεν έσχες; Το «από πού;» παραμένει αναπάντητο

Γράφει η Αναστασία Καντά

Πόθεν έσχες: αναγκαίο μέτρο για την πάταξη της διαφθοράς, με σκοπό την προστασία της τιμής του πολιτικού κόσμου της χώρας. Οι ρίζες του μας οδηγούν πίσω στην Αρχαία Αθήνα, όπου γινόταν καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων των αιρετών και κληρωτών αρχόντων, όταν αναλάμβαναν την εξουσία τους, ώστε να αποτραπεί κάθε διάθεσή τους για παράνομο πλουτισμό.

Στις σελίδες της σύγχρονης ιστορίας, τον ακρογωνιαίο λίθο για το εν λόγω μέτρο έθεσαν οι Μεσσήνιος Φώτης Μοσχούλας και Κρητικός Ρούσος Κούνδουρος.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1927, ο πρώτος υπέβαλε στη Βουλή πρόταση για τη θέσπιση νόμου περί του «πόθεν έσχες» των δημοσίων λειτουργών, έτσι ώστε να ληφθεί πρόνοια «περί καθαρμού και κολασμού όλων των ασεβησάντων κατά της ιδέας του κράτους και κατά του δημοσίου χρήματος». Ο δεύτερος συνεργάστηκε μαζί του στην κατάρτιση της πρότασης για το «πόθεν έσχες», γιατί πίστευε ότι ο νόμος αυτός ψηφίστηκε ήδη στην κοινή συνείδηση και ότι από αυτόν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η μελλοντική εξέλιξη της Ελλάδας. Ωστόσο, η υποβληθείσα πρόταση νόμου δεν κέρδισε την πλειοψηφία. Και επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932), ο οποίος επίσης προσπάθησε να καθιερώσει τον νόμο, οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν. Μερικά χρόνια αργότερα, 1960-1963, η κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε. στάθηκε εξίσου αδύναμη να καθιερώσει τον νόμο για το «πόθεν έσχες», λόγω των πολιτικών λόγω αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν στο εσωτερικό της. Έτσι η ψήφιση του νόμου θα καθυστερήσει λίγα χρόνια.

Στα τέλη Φεβρουαρίου 1964 ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανήγγειλε την πρόθεση της κυβέρνησής του να καθιερώσει την αρχή του «πόθεν έσχες» ως θεσμό στο δημόσιο βίο της χώρας. Τελικά, το νομοσχέδιο υποβλήθηκε στη Βουλή για ψήφιση στις αρχές Ιουλίου 1964. Εφ’ εξής καθίστατο υποχρεωτική η υποβολή κατ’ έτος δήλωσης για την περιουσιακή κατάσταση (ακίνητα, καταθέσεις σε τράπεζες του εντός και εκτός Ελλάδος, μετοχές, χρεόγραφα και όποιο επιπλέον εισόδημα πέραν του υπουργικού μισθού) του εκάστοτε πρωθυπουργού, των αρχηγών και των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων των πολιτικών κομμάτων, των υπουργών, των υφυπουργών, των βουλευτών καθώς και των στενών συγγενών των.

Σε περιπτώσεις ποινικών αδικημάτων αναφορικά με το «πόθεν έσχες» (πχ: παράλειψη υποβολής δηλώσεως, ή εν γνώσει υποβολή ανακριβούς δηλώσεως) προβλέπονταν βαριές ποινές, όπως φυλάκιση, δήμευση περιουσιών, έκπτωση από το αξίωμά τους, χρηματικές ποινές και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.

Τι απέγινε τη σήμερον ημέρα αυτός ο νόμος; Χίλια μύρια κύματα για το τίποτα;

Στην εποχή μας οι πολιτικοί ουσιαστικά δεν δηλώνουν το «πόθεν;», αλλά το «τι;» έσχον. Η όλη διαδικασία, πλέον, είναι απολύτως τυπική. Τα δεδομένα καταδεικνύουν ότι ο Νόμος δεν είναι αδέκαστος κριτής, απεναντίας, φοράει την τήβεννο και δικάζει τον απλό πολίτη, ενώ διακρίνει τους πολιτικούς μας ταγούς σε πολίτες ανωτάτης κατηγορίας, ωσάν να είναι «υπεράνθρωποι» που μπορούν να λυγίσουν το σιδηρούν κιγκλίδωμα του νομικού πλαισίου.

Σάλο έχει προκαλέσει η αγορά ενός πολυτελέστατου σαλέ αξίας 600.000 ευρώ (το οποίο κατέστη δυνατόν να αποκτηθεί με σύναψη στεγαστικού δανείου 540.000 ευρώ), από τον ηγέτη του αριστερού «αντισυστημικού» κινήματος των Podemos (Μπορούμε), Πάμπλο Ιγκλέσιας και τη σύζυγό του, Ιρένε Μοντέρο, η οποία είναι κοινοβουλευτική εκπρόσωπος των Unidos Podemos (Ενωμένοι Μπορούμε), κοινής κοινοβουλευτικής ομάδας των Podemos με την Ενωμένη Αριστερά.

Πρόκειται για μια κατοικία 250 τετραγωνικών μέτρων στο Γαλαπαγάρ (έξω από τη Μαδρίτη) κτισμένη σε οικόπεδο 2.000 τετραγωνικών μέτρων με πισίνα. Εύλογα, τόσο η κοινή γνώμη, όσο και οι «σύντροφοί» τους στο κόμμα, αναρωτήθηκαν «πόθεν έσχον»; Πόθεν έσχον τους πόρους για ένα τέτοιο δάνειο, δεδομένου ότι στην Ισπανία ο μέσος όρος στα στεγαστικά δάνεια είναι 120.000 ευρώ για 24 χρόνια;

Από την άλλη, μάλιστα, είναι τουλάχιστον ειρωνικό το γεγονός πως το 2012, ο Ιγκλέσιας είχε ασκήσει δριμεία κριτική στην αγορά ενός πολυτελούς ρετιρέ από τον κεντροδεξιό τότε υπουργό Οικονομικών και νυν αντιπρόεδρο της ΕΚΤ Λουΐς ντε Γίνδος, ενώ το 2015, πριν τις εκλογές, καυτηρίασε «τους πολιτικούς που ζουν σε σαλέ και αποκόπτονται από τον κόσμο». Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις!

Εν προκειμένω το ζεύγος διατείνεται πως δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης των δύο περιπτώσεων, καθώς η αγορά δεν πραγματοποιήθηκε για επενδυτικούς λόγους, αλλά για λόγους προάσπισης του ιδιωτικού τους βίου. Επιπλέον, η βουλευτική τους αποζημίωση μπορεί να σηκώσει το βάρος της καταβολής δόσεως 1.600 ευρώ σε μηνιαία βάση. Αναρωτιέμαι ποιός απλός πολίτης δύναται σήμερα να καταβάλει τέτοιο μηνιαίο ποσό (έστω κι αν το ποσό αποπληρώνεται και από τους δύο μαζί, δηλαδή 800 ευρώ έκαστος), για τη δόση και μόνο(!). Η πολιτική δεν πρέπει να θεωρείται και πολύ περισσότερο δε θα έπρεπε να είναι ένα στείρο, προσοδοφόρο επάγγελμα. Είναι λειτούργημα, είναι εθελοντική και ανιδιοτελής προσφορά στο κοινό καλό, στον τόπο σου. Τα ποσά που λαμβάνουν οι εκάστοτε ασκούντες το πολιτικό λειτούργημα, είναι υπέρογκα – για να μην πω τραγελαφικά – και σίγουρα δεν ανταποκρίνονται στο έργο και την προσφορά τους. Το μόνο σίγουρο, πάντως, που επιβεβαιώνεται από την ιστορία, είναι ότι σε όποιο σημείο του ιδεολογικού φάσματος κι αν έγκειται ένας πολιτικός – άκρα-αριστερά, άκρα-δεξιά, ακρο-κεντρώα και δε συμμαζεύεται – νέμεται την εξουσία και το χρήμα. Αυτά τυφλώνουν. Τέτοια άτομα λαμβάνουν λευκές επιταγές και πράττουν κατά βούληση…