Παιδεία ώρα μηδέν

Παιδεία ώρα μηδέν

Ελλάδα, αυτό το κομμάτι γης, όπου γεννήθηκαν η φιλοσοφία και οι τέχνες, η παιδεία πάνω στην οποία στηρίχθηκε ολόκληρο το οικοδόμημα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Ελλάδα, η χώρα που γέννησε τον Σωκράτη, τον Αριστοτέλη, τον Πλάτωνα και τόσους ακόμα σπουδαίους και λαμπρούς ανθρώπους, οι οποίοι μέχρι σήμερα φωτίζουν τον κόσμο με την λάμψη των έργων τους. 

Κι όμως, αυτή η Ελλάδα, η χώρα μας οδηγείται αργά αλλά σταθερά από αυτούς που την κυβερνούν στον λήθαργο, στην εξασθένηση του μορφωτικού επιπέδου των πολιτών της, με στόχο την αποδυνάμωση της Ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού της, που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον της. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να εξηγηθούν όλες οι αποφάσεις που λαμβάνονται τα τελευταία χρόνια για αλλαγές στον τομέα της παιδείας, οι οποίες δεν διακατέχονται συχνά από λογική και εμποδίζουν την ύπαρξη μιας συνέχειας στην παιδεία, που θα εξυπηρετεί την πρόοδο και ευημερία των πολιτών και κατ’ επέκταση της χώρας;

Εδώ και πολλές δεκαετίες, η παιδεία αποτελεί σταθερά ένα πεδίο πειραμάτων όλων των κυβερνήσεων. Συνήθως υιοθετούνται άκριτα μεμονωμένες ιδέες από εκπαιδευτικά συστήματα άλλων χωρών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο αυτές μπορούν να είναι λειτουργικές, εφαρμοζόμενες στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο. Έτσι, παρατηρούνται “αλλαγές για τις αλλαγές”, στερούμενες καινοτομίας και θετικού αποτελέσματος και φυσικά…χωρίς να ρωτήσουν τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. 

Οι εκάστοτε κυβερνήσεις πειραματίζονται και αλλάζουν κάθε τόσο το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (στην ουσία τον αριθμό των πανελλαδικώς εξεταζομένων μαθημάτων) και αντικαθιστούν τα σχολικά εγχειρίδια με νέα, τα οποία είναι συχνά προϊόντα προχειρότητας και μιας λογικής  “δήθεν” προοδευτισμού. Γνωρίζουμε ότι οι δαπάνες του ελληνικού κράτους για την παιδεία σε σχέση με το ΑΕΠ είναι σταθερά στις χαμηλότερες μεταξύ των κρατών της Ε.Ε., σύμφωνα με τη Eurostat; Σε αυτή τη βάση μπορούμε να ευαγγελιζόμαστε ή να προσδοκούμε πολιτικές αναβάθμισης της παιδείας; Ματαιοπονία. 

Οι νέοι τρόποι διδασκαλίας με την εισαγωγή της τεχνολογίας απουσιάζουν από το σύγχρονο ελληνικό σχολείο και όταν επιχειρείται να προωθηθούν, αυτό γίνεται σε λανθασμένη βάση. Αυτό έγινε καλά αντιληπτό με την πανδημία του κορονοϊού και το κλείσιμο των σχολείων, όπου χωρίς να έχει προηγηθεί καμία εκπαίδευση, χωρίς να υφίσταται ο απαιτούμενος  εξοπλισμός και γενικότερα οι υποδομές, ζητήθηκε από τους εκπαιδευτικούς να βγάλουν το φίδι από την τρύπα, εφαρμόζοντας την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, ασύγχρονη και σύγχρονη. Το εγχείρημα αυτό πέτυχε λόγω της άμεσης ανταπόκρισης και της τεράστιας προσπάθειας που κατέβαλαν οι εκπαιδευτικοί και έτσι σώθηκε η σχολική χρονιά, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να διακοπεί σε βάρος των μαθητών, αφήνοντάς τους με πολλά μαθησιακά κενά.

Αδιαμφισβήτητα, η Ελλάδα τα πήγε πολύ καλά στην διαχείριση της επιδημίας, ωστόσο είναι η Ιταλία αυτή που έδειξε το δρόμο για την επόμενη μέρα στην εκπαίδευση, παρόλο που χτυπήθηκε πολύ περισσότερο από εμάς. Η Ιταλία εξήγγειλε για τη νέα σχολική χρονιά άνοιγμα νέων σχολικών μονάδων και προσλήψεις εκπαιδευτικών, προκειμένου να αποφευχθεί ο συνωστισμός στις σχολικές αίθουσες και να καλυφθούν, όπως αρμόζει, οι εκπαιδευτικές ανάγκες όλων των μαθητών. Την ίδια πρακτική θα έπρεπε να εφαρμόσουμε και εδώ, στην Ελλάδα, όπου ο κορωνοϊός είναι ακόμα παρών και θα εξακολουθήσει να είναι για πολύ καιρό ακόμα, όπως προειδοποιούν οι ειδικοί. Κι αν αναλογιστούμε το πόσο καλά λειτούργησαν τα μικρότερα τμήματα, με  το άνοιγμα των σχολείων τον Ιούνιο, θα περιμέναμε ότι και η Ελλάδα θα εργαζόταν σίγουρα προς αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή να ανοίξει νέες σχολικές μονάδες, ώστε να μειωθεί ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα. Δυστυχώς, όμως, για άλλη μια φορά διαψευστήκαμε, καθώς με το νέο, προσφάτως ψηφισθέν, νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας “Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις”, θεσπίστηκε η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό, από 22 σε 25, ενώ ταυτόχρονα για 2θέσια και άνω νηπιαγωγεία και 7θέσια και άνω δημοτικά ο ελάχιστος αριθμός μαθητών είναι 15 ανά τμήμα. Αντί να μειωθεί ο αριθμός, καθώς είμαστε και σε εποχή επιδημίας, τι αποφασίστηκε; Μα ασφαλώς το παράλογο! Είναι δυνατόν να αδιαφορούμε για την υγεία και την ασφάλεια των παιδιών μας;

Βέβαια, η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα (και ανά δάσκαλο) κρίνεται άκαιρη και επιζήμια για μαθητές και εκπαιδευτικούς, όχι μόνο λόγω των συνθηκών που δημιουργεί ο κορωνοϊός. Σε ένα σχολείο όπου φοιτούν 25 μαθητές ανά τμήμα, είναι αδύνατο να υπάρξουν εκείνες οι συνθήκες που θα προσφέρουν ίσες ευκαιρίες μάθησης για όλους τους μαθητές. Επιπρόσθετα, η απόφαση αυτή ακολουθείται από συγχωνεύσεις και καταργήσεις τμημάτων, συγχωνεύσεις και υποβιβασμό σχολείων, υποχρεωτικές μετακινήσεις μαθητών σε όμορα σχολεία, γεγονός που δημιουργεί πρόβλημα στις οικογένειες και στα παιδιά, τα οποία αναγκάζονται να πηγαίνουν σε σχολείο μακριά από το σπίτι τους και τέλος στον αναπόφευκτο περιορισμό στις προσλήψεις των εκπαιδευτικών. Εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι, μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, όπου πραγματοποιούνται αλλαγές με γνώμονα το λογιστικό όφελος και όχι το παιδαγωγικό, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι να πλήττεται η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου. Εν έτει 2020 οι όποιες επιδιωκόμενες αλλαγές στην εκπαίδευση οφείλουν να είναι προσανατολισμένες στο όφελος του κάθε μαθητή ξεχωριστά. Όταν δεν λαμβάνεται υπόψη ότι ο κάθε μαθητής έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όταν δεν αφήνουν τα περιθώρια στον δάσκαλο να προσεγγίζει τους μαθητές του στη βάση των πραγματικών τους αναγκών και δυνατοτήτων, δεν μπορούμε να μιλάμε για “Αναβάθμιση του σχολείου”, αλλά για υποβάθμισή του. Το αποτέλεσμα θα είναι να έχουμε μαθητές “πολλών ταχυτήτων”, κάτι που παραπέμπει σε δεδομένα και συνθήκες άλλων, παλαιότερων εποχών. Στόχος μας, λοιπόν, για την εκπαίδευση είναι η πρόοδος ή η οπισθοδρόμηση; 

Η εμπειρία του κορωνοϊού μας δίδαξε πόσο ευέλικτη, αποτελεσματική και ταχύτατη μπορεί να γίνει η διδασκαλία με ολιγομελή τμήματα. Πώς ο εκπαιδευτικός μπορεί να έχει τον απόλυτο έλεγχο, χωρίς να διαταράσσονται οι λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στους μαθητές εντός της τάξης. Ο χρόνος διπλασιάζεται, καθώς οι μαθητές είναι λιγότεροι και απαιτείται λιγότερος χρόνος για την επίλυση θεμάτων κατά την διάρκεια του μαθήματος. Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο χρόνος είναι γνώση. Ακόμα και το ένα ουσιαστικό λεπτό τριβής μαθητή και εκπαιδευτικού, έχει τεράστια αξία για τον μαθητή.

Η παιδεία μας χρειάζεται όραμα, συνέχεια και οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι επιτελούν ένα λειτούργημα, δίνοντας στα παιδιά μας την γνώση πάνω στην οποία θα χτιστεί το οικοδόμημα της ζωής τους, πρέπει να αποτελούν μέρος του οράματος, ενώ οι εμπειρίες τους από την τάξη αποτελούν οδηγό για τον εν λόγω όραμα. Δεν γίνεται ο εκπαιδευτικός να μην ερωτάται για τις αλλαγές, δεν γίνεται να μην είναι μέρος μιας συνεχούς προσπάθειας αναβάθμισης της παιδείας. Η παιδεία που αρμόζει στα παιδιά της Ελλάδας πρέπει να ξεκινάει από άρτια καταρτισμένους εκπαιδευτικούς (τα πανεπιστήμια της Ελλάδας είναι από τα καλύτερα στον κόσμο) και να ακολουθείται από μία συνεχή εκπαίδευσή τους (επιμόρφωση) σε νέες τεχνικές μάθησης με ή χωρίς την τεχνολογία. Η παιδεία που αρμόζει στα παιδιά μας και μέσα από την οποία θα εξέλθουν οι επιστήμονες του μέλλοντος, πρέπει να είναι ευέλικτη και πρωτοποριακή με ολιγομελή τμήματα, ώστε να δίνει σε όλους τους μαθητές ίσες ευκαιρίες μάθησης. Ειδάλλως, όλα οδηγούν στην ακραία και αδιανόητη σκέψη ότι όλες οι κυβερνήσεις επιθυμούν ανθρώπους αγράμματους για να μπορούν να τους χειραγωγούν και να τους κατευθύνουν όπου επιθυμούν, σαν άβουλα όντα, επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο τo ρητό πως:

«Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’ αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθιά στις πολιτισμικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετιστεί. Εννοώ δηλαδή να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει». 

Πρέπει επιτέλους να μπει ένα τέλος στους πειραματισμούς εις βάρος των παιδιών της χώρας μας. Τα παιδιά χρειάζονται χρώμα, ασφάλεια και σταθερότητα στη ζωή τους και γόνιμο έδαφος γνώσεων για να ανθίσουν και μαζί τους να προοδεύσει η Ελλάδα μας.

  • Εύα Μυλωνά και Έκτορας Ίκιου