Από την «μονολιθική» εκπαίδευση σε ένα Εθνικό Σύστημα Παιδείας

Από την «μονολιθική» εκπαίδευση σε ένα Εθνικό Σύστημα Παιδείας

Οι καταστροφικές συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έθεσαν ως μεταπολεμικό πρόταγμα των δυτικών κοινωνίων την οικονομική ανασυγκρότηση με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί η θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου απο τον Schultz, βάσει του οποίου το ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί την σημαντικότερη μορφή κεφάλαιου και ανάπτυξης της οικονομικής παραγωγής. Η μεταπολεμική εποχή των “trente glorieuses” με την μονοδιάστατη άνοδο της ελεύθερης αγοράς και της «μαζικής δημοκρατίας», η οποία έθεσε στο επίκεντρο τον «κενό» ατομικισμό, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα θεωρία, οδήγησαν στην μονοδιάστατη καλλιέργεια του «οικονομικού όντος» (homo economicus) μέσα από την εκπαίδευση. Ταυτόχρονα, υπονομεύθηκε εντελώς η καλλιέργεια του ιδανικού πολίτη, του «πολιτικού όντος», κατά το αριστοτελικό πρότυπο. Η έννοια του πολίτη, στα πλαίσια της «μαζικής δημοκρατίας» απώλεσε την πραγματική ουσία της και συνδέθηκε με έναν ιδεολογικό πλουραλισμό, σχετικισμό και «ηθική ανεκτικότητα». Συνακόλουθα, η βαρύτητα στην εκπαίδευση μετατοπίστηκε από την «ποιότητα» στην «ποσότητα» των γνώσεων και αξιών, αποξενώνοντας την από τον ουσιώδη σκοπό της, την παιδεία.                                            

Ευρισκόμενοι σε μια εποχή ρήξης με το «παλαιό» και γένεσης ενός νέου πολυπολικού κόσμου, αποτελεί μείζονος σημασίας η εκ βάθρων αναδιάρθρωση της παιδείας στην χώρα μας, η οποία θα θέσει νέες, σταθερές βάσεις στην κοινωνία. Η αναδιάρθρωση αυτή οφείλει να θέσει ως πρόταγμα της την καλλιέργεια του «πολιτικού όντος», του πολίτη της νέας εποχής, ενσωματώνοντας βεβαίως τα απαραίτητα στοιχεία του «οικονομικού όντος» (homo economicus). Δυστυχώς, τα περισσότερα κυβερνώντα κόμματα της μεταπολίτευσης χρησιμοποιήσαν και την παιδεία ως πεδίο κομματικών συγκρούσεων με αποτέλεσμα την ανυπαρξία ενός ενιαίου σκοπού.  Στο μακροεπίπεδο, η παιδεία όπως εξάλλου και η υγεία, η εθνική άμυνα και οικονομία, θα έπρεπε να διέπονται από έναν εθνικό σκοπό, ανεξαρτήτως κομμάτων και κυβερνητικής πολιτικής. Μια τέτοια αναδιάρθρωση θα ήταν δυνατή μέσα από την σύσταση μιας επιτροπής ειδικευμένων στην παιδεία ατόμων, οι οποίοι θα διαμόρφωναν ένα νέο εθνικό σύστημα Παιδείας. Με ποια κριτήρια, ωστόσο, θα επιλεγούν αυτά τα άτομα, κάτω από ποιες προϋποθέσεις και πώς θα διασφαλιστεί η δημοκρατία και διαφάνεια στην επιλογή;

Αρχικά λοιπόν θα πρέπει να τεθούν οι άξονες κάτω από τους οποίους θα είναι δυνατή η επιλογή. Οι άξονες θα μπορούσαν να διαμορφωθούν ως εξής:

  • καλλιέργεια πολιτικής, δημοκρατικής και ηθικής συνείδησης, με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ως «κοιτίδα του πολιτισμού» και του πολιτικού γίγνεσθαι.
  • διατήρηση και «βαθιά» καλλιέργεια της πολιτιστικής ταυτότητας του Ελληνισμού, μακριά από ρητορικές μισαλλοδοξίας και εθνικισμού.
  • Αναπροσαρμογή στις τεχνολογικές απαιτήσεις και προκλήσεις της εποχής (π.χ. 4η Βιομηχανική Επανάσταση) και καλλιέργεια ανάλογων βασικών δεξιοτήτων μέσα σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό.

 

Η επιλογή των μελών της επιτροπής Παιδείας  θα ήταν δυνατή με βάση τους παραπάνω άξονες, μακριά από ιδεολογίες και κομματικα συμφέροντα. Τα μέλη λοιπόν δεν θα έπρεπε να αποτελούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πρόσωπα εξαρτώμενα σε κομματικές και ιδεολογικές αγκυλώσεις. Η επιτροπή αυτή θα μπορεί να αποτελείται από τρεις ομάδες, όσοι και οι άξονες πιο πάνω, όπου κάθε άξονας  εμπίπτει σε συγκεκριμένα επιστημονικά πεδία. Σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι τα μέλη να μην είναι «τεχνοκράτες», επιστήμονες με την στενή έννοια του όρου, αλλά πρωτίστως «παιδαγωγοί». Πάνω σε αυτό τα θεμέλια, μια διακομματική επιτροπή θα ήταν υπεύθυνη για την κατάρτιση μιας  λίστας  με έναν χ αριθμό προτεινόμενων ατόμων από τα οποία θα επιλεχθεί ένας  ψ αριθμός. Η τελική επιλογή των ατόμων, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, που θα αποτελέσει την επιτροπή είναι δυνατή με μία από τις ακόλουθες διαδικασίες, όπου οι δυο πρώτες θεωρούνται οι πιο ενδεδειγμένες στα πλαίσια της δημοκρατίας:

Εκλογή από τον λαό μέσω ψηφοφορίας. Αυτό προϋποθέτει έναν ανοιχτό δημόσιο διάλογο για κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα, όπου θα είναι δυνατή η εκτίμηση των θέσεων και προθέσεων των υποψηφίων.

  • Διαβούλευση των βουλευτών στην εκλογική τους βάση με το εκλογικό σώμα (ημερίδες σε δημόσιους χώρους). Η απόφαση του εκλογικού σώματος θα είναι δεσμευτική για τους βουλευτές, και κατά συνέπεια για την ψήφο τους στην Βουλή των Ελλήνων.
  • Κοινοβουλευτική διαδικασία όπου οι επιλεγόμενοι θα πρέπει να συγκεντρώσουν τα ¾ των ψήφων της Βουλής.

 

Με την ολοκλήρωση του τελικού νομοσχεδίου του «Εθνικού Συστήματος Παιδείας», αυτό θα ετίθετο προς δημοψήφισμα. Το τελικό αυτό νομοσχέδιο αναδιάρθρωσης της Παιδείας στο μακροεπίπεδο, είναι αναγκαίο να μείνει ανέγγιχτο από κυβερνητικές παρεμβάσεις γύρω στα 25/30 χρόνια, ώστε να δρέψει καρπούς στην κοινωνία συνολικά και να «ριζώσει» στον πολίτη. Εξαίρεση μπορεί να αποτελέσει ο τεχνολογικός άξονας, όπου οι αλλαγές είναι ραγδαίες ακόμα και μέσα σε μια δεκαετία.

Η αναδιάρθρωση της παιδείας μας αποτελεί μείζον πρόταγμα της εποχής μας. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο εθνικό, κοινωνικό σχεδιασμό. Απώτερος σκοπός της παιδείας εξάλλου, έννοιας βαθύτερης της  κουλτούρας, είναι η αναζήτηση της «Αλήθειας», έννοιας αναλλοίωτης, αδιάφθορης στον χρόνο και τον χώρο. Στον μεταβαλλόμενο αυτόν κόσμο, λοιπόν, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι «εθνικόν είναι το Αληθές».

Γ.Κ.