Το δημοσιογραφικό πραξικόπημα

Το δημοσιογραφικό πραξικόπημα

 

Η κυβέρνηση με τις αποφάσεις επικοινωνιακής διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης, υπέπεσε σε ένα «θανάσιμο» αμάρτημα για την ελευθερία του τύπου στη χώρα.

Αντί να ορίσει ως υποχρεωτική την ενημέρωση των πολιτών από τα ΜΜΕ, εν μέσω υγειονομικής απειλής και μείζονος εθνικής κρίσης, αποφάσισε αντιθέτως να διαπράξει ένα δημοσιογραφικό πραξικόπημα. Εξαγόρασε την ελευθερία των δημοσιογράφων, και μάλιστα με χρήματα φορολογουμένων.

Οι αναφορές κάνουν λόγο για 20 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία διαμοιράστηκαν σε συστημικούς μεγαλοδημοσιογράφους και κομματικούς φίλους – επιχειρηματίες καναλάρχες. Από το μεγάλο «φαγοπότι» για τη φίμωση και τον έλεγχο των ΜΜΕ, δεν έλειψε και η προκλητική μοιρασιά κρατικών κεφαλαίων σε ανύπαρκτες ιστοσελίδες και blogs, τα οποία στήθηκαν κυριολεκτικά εν μία νυκτί, από γαλάζιους νεολαίους και συγγενείς των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος, απλά και μόνο για να μην χάσουν την ευκαιρία να βάλουν και αυτοί χέρι στον δημόσιο πλούτο.  

Το πραξικόπημα συνεχίζεται με τον δεύτερο γύρο κατασπατάλησης χρημάτων των Ελλήνων, αυτή τη φορά μοιράζοντάς τα αποκλειστικά στους τηλεοπτικούς παρόχους, οι οποίοι είναι και οι πιο χρήσιμοι για την μονοδιάστατη προώθηση της κυβερνητικής πολιτικής. Δια στόματος κυβερνητικού εκπροσώπου, αυτή τη φορά θα δοθούν επιπλέον δύο εκατομμύρια, αποκλειστικά στα τηλεοπτικά κανάλια, εξαγοράζοντας για ακόμα μια φορά, δημοσιογράφους και συνειδήσεις. Για ακόμα μια φορά, η κυβέρνηση αρνείται να εφαρμόσει τον νόμο 3592/2007, σύμφωνα με τον οποίο «οι τηλεοπτικοί σταθμοί υποχρεούνται να μεταδίδουν δωρεάν μηνύματα κοινωνικού περιεχομένου, ιδίως για θέματα υγείας». Αντ΄ αυτού υιοθετεί τον δρόμο της επιρροής και φίμωσης των ΜΜΕ.

Αξίζει να σημειωθεί, πως η εν λόγω, απολυταρχικού τύπου πρακτική, μπορεί να συγκριθεί μόνο με το έως τώρα ανεπανάληπτο σκάνδαλο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία επιχείρησε με τον τότε υπουργό τύπου να ελέγξει τα ΜΜΕ, περιορίζοντας αυθαίρετα τις τηλεοπτικές άδειες σε τέσσερις, και επιχειρώντας να τις διαμοιράσει σε φίλους και οικείους (βλ. βοσκοτόπια Καλογρίτσα, κτλ.).

Στη δυσοίωνη και οργουελική πραγματικότητα που βιώνουμε σήμερα, η ΝΔ υπαγορεύει στα ΜΜΕ ποια θέματα της επικαιρότητας θα «παίξουν», με ποια σειρά, και με ποια βαρύτητα. Τοιουτοτρόπως, υποβαθμίζονται για παράδειγμα τα εθνικά θέματα, καθώς είτε αποκρύπτονται οι αδιανόητες παραχωρήσεις στους ιμπεριαλιστές Τούρκους, είτε παρουσιάζονται ως επιτυχίες, οι καταστροφικές συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Το αυτό ισχύει και για άλλα θέματα, όπως π.χ. η εγκατάλειψη των υποδομών υγείας από την κυβέρνηση, εν μέσω υγειονομικής κρίσης.

Ζούμε λοιπόν στην εποχή των λύκων, κατά την οποία η κυβέρνηση ελέγχει πλήρως τα ΜΜΕ, δημιουργώντας ένα εγκληματικό προηγούμενο, το οποίο δυστυχώς θα κληρονομήσουν και εννοείται πως θα συνεχίσουν οι επόμενες κυβερνήσεις.

Απέναντι σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, και γνωρίζοντας πως το κοινοβουλευτικό πολιτικό σύστημα τείνει εκ φύσεως να γίνεται όλο και πιο αυταρχικό, πρέπει να αντιτάξουμε δημοκρατικές αντιπροτάσεις για έλεγχο των πολιτικών και διασφάλιση της αντικειμενικής ενημέρωσης των πολιτών.

Αρχικά απαιτείται η θεσμοθέτηση νομικού πλαισίου, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι κάτοχοι τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών αδειών να δεσμεύονται από συγκεκριμένους κανόνες δεοντολογίας, όπως η αντικειμενικότητα, η αμεροληψία και η υπηρεσία του κοινού καλού και συμφέροντος. Παραβιάσεις των κανόνων πρέπει να καταλήγουν σε πρόστιμα ή και αφαίρεση άδειας λειτουργίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να τεθούν όρια ιδιοκτησίας, έτσι ώστε να μην δημιουργούνται μονοπώλια στον τύπο και τα μέσα, από συγκεκριμένους ομίλους, οικογένειες και συμφέροντα. Εδώ βέβαια αναγκαιούν και νόμοι περί διαφάνειας ιδιοκτησίας και πολυμετοχικότητας, με τις πληροφορίες να είναι πλήρως προσβάσιμες στους πολίτες. Επί της ουσίας πρόκειται για υποχρεωτική τακτική δήλωση από τα ΜΜΕ προς το κράτος και δημοσίως, σχετικά με τους μετόχους τους, τους πραγματικούς δικαιούχους και όσους διαθέτουν έμμεσα συμφέροντα και έλεγχο σε αυτά.

Αντίστοιχες προβλέψεις πρέπει να υπάρξουν και για τα οικονομικά των ΜΜΕ, με υποχρεωτική δημοσίευση των εσόδων τους, καθώς και ονομαστικής λίστας των εταιριών με τις οποίες συνεργάζονται (διαφημιζόμενων, χορηγών, κ.ά.). Πρόκειται φυσικά για τακτικές δημοσιεύσεις προς το κράτος, αλλά και στις επίσημες ιστοσελίδες τους. Δηλώσεις πόθεν έσχες πρέπει να γίνονται από τους ιδιοκτήτες και τους μετόχους, αλλά και από τους παρουσιαστές εκπομπών και κεντρικούς δημοσιογράφους. Υγιείς και ανεξάρτητες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών μπορούν να ελέγχουν, να ποσοτικοποιούν και να προβάλλουν τα παραπάνω δεδομένα, προς την καλύτερη αξιολόγησή τους από τους πολίτες (π.χ. εδώ και εδώ).

Η ευθύνη των διοικήσεων των ΜΜΕ είναι επίσης μεγάλη. Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που να υποχρεώνει τα ΜΜΕ σε διεξαγωγή ουσιαστικών (και άρα αξιολογήσιμων), επιμορφωτικών σεμιναρίων στους δημοσιογράφους τους, σχετικά με ζητήματα ηθικής, δεοντολογίας και αμερόληπτης παρουσίασης των γεγονότων. Επικουρικά, θα ήταν χρήσιμοι και εσωτερικοί κανόνες και κώδικες δεοντολογίας, με πραγματικά κόστη και ποινές για τους παραβάτες δημοσιογράφους. Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει και ο θεσμός του διαμεσολαβητή. Αντίστοιχη βαρύτητα στον κώδικα δεοντολογίας πρέπει να δοθεί και στις δημόσιες και ιδιωτικές δημοσιογραφικές σχολές, μέσω σχετικών μαθημάτων. Χρέος όλων είναι η συμμόρφωση της δημοσιογραφίας στις αρχές της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της υπηρεσίας του πολίτη.

Να θυμηθούν όλοι και κυρίως οι ιθύνοντες, πως η ενημέρωση των πολιτών είναι δημόσιο αγαθό, όχι άκρατα κερδοσκοπική επιχείρηση.

Οι ακαδημαϊκοί έχουν επίσης μερίδιο της ευθύνης και πρέπει να αναλάβουν το βάρος της έρευνας και ανάλυσης της κατάστασης. Αντί δηλαδή να μονομαχούν για το ποιος θα εξασφαλίσει πρόσκληση σε «πλατό» τηλεοπτικού καναλιού, ας επιδοθούν σε έρευνες για τη θέσπιση μεθοδολογίας και παραμέτρων καταμέτρησης των στρατευμένων και μεροληπτικών Μ.Μ.Ε.

Έπειτα, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, όπως και η πλειοψηφία των ανεξαρτήτων αρχών της χώρας μας, κατέληξε σε κυβερνητικό όργανο, πλήρως ελεγχόμενο από το εκάστοτε κυβερνών κόμμα και συνεπώς χρήζει είτε αντικατάστασης είτε κατάργησης (αναθεώρηση άρθ. 15 Συντάγματος).

Αντιστοίχως κυβερνητικά, ή ανοιχτά κομματικά όργανα είναι διάφορες εφημερίδες και ιστοσελίδες κάτι το οποίο είναι σίγουρο πιο θεμιτό από τους υποτιθέμενους αμερόληπτους δημοσιογράφους. Αρκεί να μεταβεί κάποιος στην ιστοσελίδα του ΣΥΡΙΖΑ για να βρει τα «συνεργαζόμενα» ΜΜΕ, κάτι το οποίο είναι τουλάχιστον ειλικρινές και δυστυχώς δεν ακολουθείται από την ΝΔ, η οποία προτιμά να ελέγχει με ύπουλο τρόπο τα μέσα. Βέβαια προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο αυτό αποτελεί πραγματικά δημοσιογραφία, αλλά αυτό είναι ένα θέμα για μελλοντικό άρθρο. Σε κάθε περίπτωση οι πολιτικές/κομματικές καταβολές και ιδεολογικές προτιμήσεις μπορούν να γίνουν ανεκτές, εφόσον οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ προχωρούν σε σαφή και ρητή αποδοχή της μεροληψίας τους.

Βέβαια, άλλο η προκατάληψη και η μεροληψία που σε ένα βαθμό είναι ανθρωπίνως κατανοητές (αν και απαράδεκτες για τη δημοσιογραφία), και άλλο η κομματοποίηση και ο στρατευμένος τύπος.  

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας μας είναι η στενή σχέση των πολιτικών με επιχειρηματικούς κύκλους και ολιγαρχικές οικονομικές ελίτ. Ως εκ τούτου, τα ΜΜΕ δεν είναι προβληματικά επειδή απλά μεροληπτούν υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος (αν και προφανώς ισχύει κάτι τέτοιο), αλλά κυρίως επειδή υπερασπίζονται με σθένος το επικρατούν πολιτικό σύστημα και την καθεστηκυία τάξη. Τα ΜΜΕ αποτελούν συστημικό πρόβλημα για την Ελλάδα, όντας υπέρμαχοι του κοινοβουλευτισμού και άρα της ολιγαρχίας, ενώ ταυτόχρονα, αποτελούν τροχοπέδη για την αναγέννηση της πραγματικής δημοκρατίας στη χώρα μας.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι τόσο τα, προδήλως κομματικά ΜΜΕ, όσο τα στρατευμένα μέσα τα οποία παρουσιάζουν ως αναγκαία την ισχύουσα πολιτικοκοινωνική θέσμιση.

Τέλος, το μεγαλύτερο ζήτημα που ανακύπτει, μετά και από το πρόσφατο «δημοσιογραφικό πραξικόπημα» της ΝΔ, είναι η επιβολή ουσιαστικών ποινών (χρηματικών και όχι μόνο), σε όποιον πολιτικό ή κρατικό αξιωματούχο επιχειρήσει την εξαγορά του τύπου και των μέσων ενημέρωσης, κατά παράβαση του άρθρου 14 του Συντάγματος. Απαιτείται η θέσπιση σχετικού νόμου, ο οποίος θα κρατάει τους πολιτικούς υπόλογους, αποτρέποντας ανάλογες δικτατορικού τύπου προσπάθειες στο μέλλον, και διασφαλίζοντας παράλληλα το αμερόληπτο και αδέκαστο της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Το έλασσον λοιπόν είναι η δημοσιογραφική μεροληψία, και το μείζον η απαράδεκτη επιρροή των πολιτικών σε αυτήν.

  • Σταύρος Καλεντερίδης