Στελέχωση δημοσίων υπηρεσιών στους Δήμους της Ελλάδας

Στελέχωση δημοσίων υπηρεσιών στους Δήμους της Ελλάδας

Γράφει ο Αναστάσιος Συριανός

Όπως ξέρουμε, σε κάθε Δήμο το κράτος δημιουργεί και στελεχώνει τις δημόσιες υπηρεσίες του. Μερικές από αυτές τις υπηρεσίες είναι κομβικής σημασίας για την ποιότητα ζωής των κατοίκων της τοπικής κοινωνίας κι ιδιαίτερα αυτές που αφορούν την παιδεία, την υγεία και την ασφάλεια. Όμως πολύ συχνά και πολλές φορές σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα ιδρύματα και οι οργανισμοί που καλούνται να προσφέρουν τις υπηρεσίες αυτές, όπως τα δημόσια σχολεία, τα Κέντρα Υγείας, το Λιμενικό σώμα, το Αστυνομικό σώμα, το Πυροσβεστικό σώμα κτλ., τελούν υπό ανεπαρκή στελέχωση δημιουργώντας αξεπέραστα εμπόδια στην εύρυθμη παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών. Η υποστελέχωση προκαλεί υπολειτουργία κι η υπολειτουργία των σχολείων, των κέντρων υγείας και των σωμάτων ασφαλείας και προστασίας του πολίτη, όπως είναι λογικό, έχει ως συνέπεια χαμηλότερης ποιότητας παιδεία, υγεία κι ασφάλεια για τους κατοίκους του εκάστοτε Δήμου. Όμως αυτή είναι η επιφανειακή μόνο ανάγνωση της κατάστασης. Ο κομβικός ρόλος που διαδραματίζουν αυτές οι υπηρεσίες στην ζωή των πολιτών και δημοτών, καθιστούν την υπολειτουργία τους απαγορευτική, ενώ ειδικότερα οι υπηρεσίες της υγείας και της ασφάλειας συνδέονται άμεσα όχι απλά με την ποιότητα ζωής αλλά με την ίδια την ζωή των κατοίκων με συνέπεια όχι μόνο να μην επιτρέπεται η μειωμένη λειτουργία τους αλλά σε πάμπολλες περιπτώσεις να επιβάλλεται και η περαιτέρω ενίσχυσή τους.

Βεβαίως, η υποστελέχωση που προκαλεί την υπολειτουργία των υπηρεσιών υγείας, παιδείας κι ασφάλειας στα χωριά και τις απομακρυσμένες περιοχές ενός Δήμου μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Όμως όποιοι κι αν είναι αυτοί οι παράγοντες, η πραγματικότητα βροντοφωνάζει ότι ένας σύγχρονος Ο.Τ.Α. πρέπει να διαθέτει το αυτοδιοίκητο και κατ’ ουσία όχι μόνο κατ’ όνομα, ώστε αφ’ ενός να είναι σε θέση να επιλύει τέτοια ζητήματα κι αφ’ ετέρου να μην επιτρέπεται στην κεντρική διοίκηση να στέκεται εμπόδιο στην εφαρμογή των αναγκαίων λύσεων στα προβλήματα των Δήμων. Διότι το κεντρικό κράτος δυστυχώς έχει καταντήσει τους Δήμους επαίτες και ζητιάνους για την επαρκή στελέχωση κρίσιμων υπηρεσιών τις οποίες οι δημότες ενώ τις πληρώνουν αδρά, ενίοτε «πληρώνουν» την κρατική αδιαφορία με την περιουσία τους ή και με την ζωή τους ακόμη όταν δεν υπάρχει ιατρός κι αστυνόμος ή όταν δεν υπάρχει περιπολικό, ασθενοφόρο και πυροσβεστικό, ή φτάνει μετά από μία ή δύο ώρες. Από την στιγμή λοιπόν που το κεντρικό κράτος αδυνατεί να προσφέρει τις 3 αυτές υπηρεσίες σε υψηλό επίπεδο, για τις οποίες οι δημότες ούτως ή άλλως επιβαρύνονται οικονομικά ως πολίτες του κράτους, είναι αδιανόητο να θέτει νομικά κωλύματα και γραφειοκρατικά εμπόδια στην νόμιμη επίλυσή τους από τους Ο.Τ.Α. των οποίων οι δημότες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να επιλυθούν τέτοια ζητήματα;

Η νομοθεσία που καθορίζει τις αρμοδιότητες των Ο.Τ.Α. προβλέπει την πρόσληψη προσωπικού από τους Δήμους για υπηρεσίες που θέλουν ανειδίκευτους υπαλλήλους, όπως η καθαριότητα και η φύλαξη. Την ίδια στιγμή όμως απαγορεύει στους Δήμους να προσλαμβάνουν προσωπικό σε νευραλγικούς τομείς όπως η παιδεία και η προστασία του πολίτη, για την εξυπηρέτηση των τοπικών αναγκών, εφαρμόζοντας πληθυσμιακά κριτήρια που δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες του κάθε τόπου κι αγνοούν την έντονη ποικιλομορφία που υπάρχει στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο. Αν θεωρήσουμε ότι για λόγους εφαρμογής της συνταγματικής επιταγής περί ισότητας όλων των Ελλήνων πολιτών, τα κριτήρια αυτά δεν αλλάζουν λαμβάνοντας υπόψιν τις ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής, γιατί να μην δοθεί η δυνατότητα στους Ο.Τ.Α. να αναλάβουν αυτοί την ευθύνη και να καθορίσουν οι ίδιοι για λογαριασμό τους ποιες είναι αυτές οι ιδιαιτερότητες και ποιες είναι οι επιπλέον ανάγκες στις οποίες παραπέμπουν; Όταν το κράτος αδυνατεί να στελεχώσει με το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό τις δημόσιες υπηρεσίες παιδείας, υγείας, προστασίας του πολίτη και ασφάλειας, για ποιο λόγο να μην επιτρέπεται στους Ο.Τ.Α. να καλύψουν οι ίδιοι αυτές τις ανάγκες εφόσον θέλουν και μπορούν; Γιατί δηλαδή να μην μπορεί ο εκάστοτε Δήμος να γίνεται εργοδότης και να προκηρύσσει προσλήψεις για την κάλυψη των επιπλέον θέσεων – πέραν των όσων προβλέπονται από το κράτος λόγω πληθυσμού – που απαιτούνται στα τοπικά σχολεία, στα τοπικά κέντρα υγείας και στα τοπικά τμήματα ασφαλείας; Σε αυτήν την περίπτωση η κάλυψη των μισθών του προσωπικού που προσλαμβάνεται θα γίνεται από τους ίδιους τους Ο.Τ.Α. οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιούν ίδιους πόρους, πόρους από δωρεές δημοτών, ή ένα συνδυασμό των δύο. Οι Ο.Τ.Α. περιοχών με οικονομική ευμάρεια, θα μπορούσαν εκμεταλλευόμενοι μία τέτοια μεταρρύθμιση κι ανάλογα με την οικονομική τους δύναμη να στελεχώνονται πολύ καλύτερα στον τομέα των κρίσιμων αυτών υπηρεσιών, γεγονός που θα είχε θετικό αντίκτυπο εκτός από την ζωή των ντόπιων κατοίκων και στις υπηρεσίες που προσφέρονται προς τους επισκέπτες όταν η περιοχή είναι τουριστική. Σε Δήμους και Περιφέρειες ωστόσο, όπου η οικονομική δυνατότητα δεν υπάρχει για την κάλυψη των μισθών από ίδιους πόρους, ο νόμος θα πρέπει να επιτρέπει την απαραίτητη ευελιξία ώστε οι Ο.Τ.Α. να διαπραγματεύονται κατ’ ιδίαν με τους υποψηφίους για τους τρόπους με τους οποίους θα καλυφθούν τα έξοδα στέγασης, σίτισης και αξιοπρεπούς διαβίωσής τους, οι οποίοι θα μπορούν να περιλαμβάνουν εκτός από οικονομικά κι άλλα ανταλλάγματα, όπως η παροχή δωρεάν διαμονής, δωρεάν γευμάτων κτλ.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που δεν βρίσκεται ή δεν υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό διαθέσιμο να καλύψει π.χ. την θέση του δασκάλου στο δημοτικό σχολείο της Ψερίμου, την θέση του ορθοπεδικού στην Δίβρη, του παθολόγου στον Αϊ Στράτη; Αυτό το πρόβλημα είναι το πιο συνηθισμένο στην ελληνική επικράτεια, με τις απομακρυσμένες ορεινές και νησιωτικές περιοχές να είναι οι πιο αδικημένες και να πλήττονται περισσότερο από το κρατικό σύστημα στελέχωσης των δημοσίων υπηρεσιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις το κράτος κυριολεκτικά εγκαταλείπει τους πολίτες του επικαλούμενο διάφορες δικαιολογίες στερώντας πολύτιμες και ζωτικές υπηρεσίες από τους κατοίκους αυτών των περιοχών. Γιατί όμως, αντί να υπάρχει εγκατάλειψη να μην επιτρέπεται στους Ο.Τ.Α. να βρίσκουν «εσωτερική λύση» σε τέτοια θέματα; Όταν σε ένα απομακρυσμένο χωριό ή νησί δεν πάει να ζήσει δάσκαλος ή ιατρός  λόγω δυσκολιών στην διαβίωση και μετακίνηση, γιατί το Κράτος να μην επενδύει τα χρήματα που κερδίζει από τις κενές αυτές θέσεις, στους νέους του χωριού ώστε και να παραμείνουν στον τόπο τους και να είναι χρήσιμοι και να έχουν σίγουρη εργασία; Σε αυτές τις δύσκολες περιπτώσεις, όπου η ανάγκη είναι μεγάλη κι άμεση για την κάλυψη ζωτικών υπηρεσιών, αλλά η διάρκεια της πανεπιστημιακής φοίτησης δεν επιτρέπει σε έναν νέο που θέλει να βοηθήσει τον τόπο του να το κάνει σε σύντομο χρονικό διάστημα, το Κράτος πρέπει να είναι πολυμήχανο κι ευέλικτο. Γιατί να μην διοργανώνονται ειδικά προγράμματα ταχύρρυθμης εκπαίδευσης στους τομείς της παιδείας, της υγείας, της προστασίας του πολίτη και της ασφάλειας, τα οποία θα εκπονούνται από πανεπιστημιακά ιδρύματα αποκλειστικά για πολίτες που επιθυμούν να πάρουν μία ειδικότητα που χρειάζεται ο τόπος τους και πρόκειται να προσληφθούν από τον Ο.Τ.Α. της περιοχής τους για να εργαστούν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους; Δεν είναι απαραίτητο η πιστοποίηση αυτή να είναι ισότιμη με αυτήν που παίρνει ο απόφοιτος του πανεπιστημίου, ωστόσο πρέπει να είναι τέτοια που να επιτρέπει σε όσους ολοκληρώνουν το πρόγραμμα να ανταποκρίνονται επιτυχώς στην ειδικότητα που επέλεξαν. Αυτή η εναλλακτική πιστοποίηση, ακόμη κι αν είναι κατωτέρας ποιότητας από αυτήν του πανεπιστημίου, θα μπορούσε να λύσει πολλά προβλήματα που σχετίζονται με τις τοπικές κοινωνίες και δη αυτές που έχουν βιώσει στο έπακρο τι σημαίνει εγκατάλειψη κι αδιαφορία από την πολιτεία.

Τι γίνεται τώρα στην περίπτωση όπου το κόστος διαβίωσης (διαμονή, διατροφή, ύδρευση, ενέργεια κτλ.) σε έναν τόπο είναι απαγορευτικό για τον μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου κι ενώ υπάρχουν οι κατάλληλοι υποψήφιοι για τις θέσεις που ζητά ο Δήμος, αυτοί απορρίπτουν την μετάθεσή τους λόγω του υψηλού κόστους διαβίωσης; Θα πρέπει να μείνουν χωρίς επαρκή αριθμό ιατρών, καθηγητών και αστυνόμων οι κάτοικοι αυτών των περιοχών, ακόμη κι αν και οι ίδιοι οι δημότες και ο Δήμος τους θέλουν και μπορούν να καλύψουν την διαφορά στον μισθό των υπαλλήλων που χρειάζονται; Γιατί να μην έχουν οι Ο.Τ.Α. την αρμοδιότητα να συμπληρώνουν τον κρατικό μισθό των δημοσίων υπαλλήλων για αυτές τις 3 βασικές υπηρεσίες εφόσον το απαιτούν οι συνθήκες κι έχουν την οικονομική δυνατότητα; Ακόμη όμως κι αν δεν έχουν οι ίδιοι οι Ο.Τ.Α. την οικονομική δυνατότητα, αλλά την έχουν οι κάτοικοί του, πάλι δεν θα πρέπει να δίνεται η αρμοδιότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση να βρει την λύση με την βοήθεια των κατοίκων που μπορούν να συνεισφέρουν οικονομικά σε αυτόν τον συλλογικό στόχο; Μία τέτοια λύση μπορεί να είναι η δημιουργία ενός ειδικού τραπεζικού λογαριασμού που θα λειτουργεί ως «ταμείο συμπληρωματικής μισθοδοσίας». Σκοπός αυτού του ταμείου θα είναι, είτε η συγκέντρωση του συνολικού ποσού που χρειάζεται για να χρηματοδοτήσει ο Ο.Τ.Α. το «συμπλήρωμα μισθού» των υπαλλήλων με τις πιο άμεσα αναγκαίες ειδικότητες στην περίπτωση που η πρόσληψη είναι εποχική, είτε η συγκέντρωση ενός ελάχιστου αριθμού μηνών ώστε και να είναι καλυμμένος ο υπάλληλος για ένα εύλογο χρονικό διάστημα και να εμπεριέχεται το λιγότερο δυνατό ρίσκο στην απόφασή του να δεχτεί την θέση.

Όμως τι γίνεται όταν οι ανάγκες ενός Δήμου σε προσωπικό στους τομείς της υγείας, της παιδείας και της ασφάλειας, ξεπερνούν αυτές που το κράτος έχει ορίσει ότι θα έπρεπε να έχει; Για παράδειγμα, γιατί ένας τουριστικός Δήμος με οικονομική ευρωστία όπου κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου χρειάζεται επιπλέον π.χ. 5 περιπολικά, 3 ασθενοφόρα, 30 αστυνομικούς και 30 άτομα ιατρικό προσωπικό, να μην μπορεί να τους φέρει όλους ή κάποιους από αυτούς, αν μπορεί να καλύψει το υψηλό τοπικό κόστος διαβίωσης; Διότι από την στιγμή που το ζήτημα της βελτίωσης των υπηρεσιών είναι προέκταση του οικονομικού, είναι παράλογο να ζητούμε από έναν ιατρό ή έναν αστυνομικό του οποίου ο μισθός αντιστοιχεί στο κόστος ζωής της Μολδαβίας να ασκήσει το λειτούργημά του στην Μύκονο που έχει κόστος ζωής εφάμιλλο του Λονδίνου. Όμως το κόστος ζωής ενός τόπου είναι προϊόν των νόμων της οικονομίας και δεν αλλάζει από την μία μέρα στην άλλη. Αυτό που θα μπορούσε πιο εύκολα να αλλάξει από την μία μέρα στην άλλη με μία απόφαση όταν ο Δήμος και οι κάτοικοί του είναι οικονομικά εύρωστοι, είναι το ύψος του συνολικού μισθού που εισπράττει ο υπάλληλος. Αν το κράτος επέτρεπε την δυνατότητα να προβλέπεται ειδικός κωδικός στον προϋπολογισμό του Δήμου για την χρηματοδότηση εποχικών αναγκών στην υγεία και την ασφάλεια, οι υπηρεσίες αυτές θα ήταν δυνατόν να στελεχώνονται πολύ καλύτερα προς το συμφέρον τόσο των ντόπιων κατοίκων όσο και των επισκεπτών. Για αυτόν τον λόγο είναι παράλογο να κατηγορούμε και να απαιτούμε από τους ντόπιους ή τον Δήμο να αλλάξει με κάποιον μαγικό τρόπο το κόστος ζωής του τόπου τους για να ταιριάξει στους χαμηλούς συγκριτικά με το κόστος ζωής μισθούς των υπαλλήλων, την στιγμή που ο μισθός του θα μπορούσε να συμπληρωθεί ώστε να καλύπτεται η τοπική υπερβολή στο κόστος διαβίωσης σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα. Αν λοιπόν ένας ιατρός, ένας καθηγητής ή ένας αστυνομικός που αμείβεται από το κράτος με €1,000 τον μήνα απορρίπτει για οικονομικούς λόγους την μετάθεσή του στην Μύκονο, γιατί να πρέπει ο δημότης να στερηθεί τους υπαλλήλους που χρειάζεται για να μορφωθούν τα παιδιά του, να έχει ιατρική περίθαλψη και να είναι ασφαλής, αν μπορεί ο οικείος Δήμος – με την περαιτέρω ενδεχομένως ενίσχυση από τους δημότες – να επιδοτήσει τους κρατικούς μισθούς ώστε το συνολικό τους εισόδημα να ανταποκρίνεται στο υψηλό κόστος διαβίωσης;

Όλα αυτά δείχνουν την έλλειψη ορθολογισμού στο συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης που εφαρμόζει το «ελληνικό» κράτος. Ο εξορθολογισμός της διοίκησης περνάει υποχρεωτικώς μέσα από την ανεξαρτησία των Ο.Τ.Α. οι οποίοι για να αυτοδιοικηθούν πρέπει να είναι σε θέση να εξετάζουν τις ανάγκες τις τοπικής τους κοινωνίας και να αναλαμβάνουν επίσημες πρωτοβουλίες για την επίλυση ζητημάτων κομβικής σημασίας για την ποιότητα ζωής των κατοίκων.

Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι θέλουμε ένα κράτος το οποίο όταν δεν μπορεί να προσφέρει το ίδιο τις υπηρεσίες που αντιστοιχούν στις αρμοδιότητές του, να επιτρέπει σε αυτούς που τις στερούνται να βρουν τρόπο να τις προσφέρουν αυτοί στους εαυτούς τους. Θέλουμε εν τέλει ένα κράτος το οποίο όταν δεν μπορεί να προσφέρει τις οφειλόμενες υπηρεσίες με τον τρόπο που έχει θεσπίσει, να μην σηκώνει τα χέρια ψηλά, να μην αφήνει τους πολίτες της ανήμπορους κι αβοήθητους, αλλά να δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η τοπική κοινωνία να μπορεί να λύνει τα προβλήματά της η ίδια. Αυτός που δεν θέλει βρίσκει δικαιολογίες, αυτός που θέλει βρίσκει τον τρόπο.