Για ζητήματα υψίστης εθνικής σημασίας, η θέση των πολιτών…στο περιθώριο!

Για ζητήματα υψίστης εθνικής σημασίας, η θέση των πολιτών…στο περιθώριο!

Γράφει η Αναστασία Καντά

Ο μήνας Ιούνιος θα γραφεί στα βιβλία της Ιστορίας ως «μαύρος» μήνας για τον Ελληνισμό, ως μήνας εθνικής μειοδοσίας. Η χώρα μας διανύει μια πολύ κρίσιμη περίοδο, με εξωτερικές απειλές που κάλλιστα μπορούν να παρομοιαστούν με το στόμα ενός λύκου, στόμα ανοικτό με δόντια ατσάλινα. Φαίνεται, ωστόσο, πως οι εγχώριες/εσωτερικές απειλές ίσως είναι πιο επικίνδυνες από τις εξωτερικές. Οι εχθροί της χώρας καραδοκούν κυρίως στο εσωτερικό της. Σε πρώτο στάδιο, αμιγώς εγχώριες είναι δυνάμεις που την επιβουλεύονται και την απειλούν, δυνάμεις κατά βάση πολιτικές και εξωνημένες. Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχουν τα λάθος άτομα, στις λάθος θέσεις, κι αυτό είναι κάτι που η ιστορική συγκυρία επιβεβαιώνει ανά τους αιώνες και θα συνεχίσει να αποδεικνύει, αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα.

Στις 17 Ιουνίου υπεγράφη η πλέον γνωστή ως «Συμφωνία των Πρεσπών» από τις εκατέρωθεν κυβερνήσεις Ελλάδας και Σκοπίων. Στόχος της Συμφωνίας ήταν να βαπτιστεί εκ νέου ο βόρειος γείτονάς μας και να επιλυθούν οι όποιες διμερείς διαφορές μεταξύ των δύο κρατών. Η δημοσίευση της συμφωνίας, εντούτοις, φανερώνει πως μόνο αυτός δεν ήταν ο βασικός στόχος, ασχέτως εάν αυτό προβάλλεται προς τα έξω.

Ο ελληνικός λαός ήταν εξ’ αρχής αντίθετος ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχε δρομολογηθεί η εν λόγω συμφωνία. Η αντίθεσή του αυτή έγινε φανερή μέσω μαζικών διαδηλώσεων και συλλαλητηρίων που πραγματοποιήθηκαν, ούτως ώστε να μην τεθεί το όνομα της Μακεδονίας στο «παζάρι». Η πρακτική της κυβέρνησης και το τελικό προϊόν αυτής της πρακτικής (δηλαδή η υπογραφή της Συμφωνίας και η παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας στο γειτονικό κράτος των Σκοπίων) δεν εκφράζει σε καμία περίπτωση τη λαϊκή βούληση. Το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα δεν έχει ως κινητήριο μοχλό του τον λαό, ούτε διαπραγματεύεται με βάση το εθνικό συμφέρον. Εάν γινόταν αυτό, δε θα είχε παραδώσει απλόχερα όνομα, ιστορία, πολιτισμό και εν δυνάμει έδαφος σε ένα κράτος σφετεριστών. Δε θα ξεπουλούσε τους αγώνες και τη μνήμη των ηρώων που χάθηκαν για να είναι η Μακεδονία σήμερα υπερήφανα Ελληνική. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, δεν αναγνωρίζει μόνον ανιστόρητους χαρακτηρισμούς, «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονική ταυτότητα» στους πολίτες του γειτονικού κράτους, αλλά παρέχει και ενεργειακά οφέλη στα Σκόπια, μέσω της οικονομικής συνεργασίας των δύο κρατών (άρθρα 13&14 της Συμφωνίας).

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε έντιμη, ούτε δίκαιη, ούτε αμοιβαία επωφελής, ούτε πατριωτική – χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιήθηκαν από τους άμεσα εμπλεκομένους στη διαπραγμάτευση. Μόνο εθνικά ζημιογόνα μπορεί να χαρακτηριστεί, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Είναι η πρώτη φορά που στην παγκόσμια ιστορία, τα νήματα δεν κινούνται από τον ισχυρό: τους όρους έθεσε ο πιο αδύνατος κρίκος. Το θουκυδίδειο δόγμα ανετράπη και έλαβε τη μορφή, «ο αδύνατος επιβάλλει όσα του επιτρέπει η δύναμή του, και ο δυνατός υποχωρεί όσο του επιτρέπει η αδυναμία του». Τοιουτοτρόπως, η Ελλάδα καθίσταται ένα φερέφωνο στα χέρια της διεθνούς κοινότητας, καθίσταται το μικρό ψάρι που θα αποτελεί το γεύμα του μεγάλου, έστω κι αν αυτός ο «μεγάλος» δεν είναι τωόντι μεγαλύτερος. Η χώρα μας κυριολεκτικά γράφει Ιστορία με την κίνηση αυτή, αλλά μόνον υπέρ της δεν είναι αυτό το γεγονός.

Αυτό το ιστορικό βήμα, λοιπόν, φαλκιδεύει τη θέση της χώρας μας στη διεθνή σκακιέρα, κι αυτό διότι δε δίνεται βήμα στον λαό, δεν εισακούγεται η βούλησή του. Τα πάντα λειτουργούν παρασκηνιακά, ενώ τα έχουν μολύνει η ασυδοσία και η διαφθορά. Ο λαός δε μετέχει της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, αλλά τίθεται στο περιθώριο.

Ακόμη και για ζητήματα υψίστης εθνικής σημασίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως το ζήτημα της ονομασίας – ζήτημα που πλήττει την εδαφική ακεραιότητα και εθνική ασφάλεια της χώρας – ο λόγος του λαού δεν έχει βαρύτητα. Για την ακρίβεια, δε ρωτάται καν. Για το εν λόγω ζήτημα, το ελάχιστο που θα μπορούσε να είχε γίνει σε τοπικό επίπεδο είναι η διεξαγωγή δημοψηφίσματος από τους πολίτες (κι όχι από τους πολιτικούς). Ειδικότερα, να «ανέβαιναν στο βήμα» οι πολίτες της μίας και μοναδικής Μακεδονίας και να αποφάσιζαν οι ίδιοι για το μέλλον του τόπου τους, μέσω ενός δημοψηφίσματος. Το παραπάνω αποτελεί μία εκ των δέκα ιδεών «κοινής λογικής» που εγκολπώνεται το κίνημα «δ», ήτοι, τοπικά δημοψηφίσματα και μόνο από πολίτες.

Έτι σήμερα, η παραπάνω ιδέα δεν έχει λάβει σάρκα και οστά. Ρίχνοντας μια ματιά στα νομοσχέδια «Καλλικράτης», αρχικά, και μετέπειτα στον «Κλεισθένη» που εκθρονίζει τον πρώτο, παρατηρεί κανείς τα εξής: στον Καλλικράτη δε γίνεται καμία αναφορά στη διεξαγωγή τοπικών δημοψηφισμάτων τα οποία έγκεινται στην πρωτοβουλία των πολιτών, ενώ ο Κλεισθένης προβλέπει μία τέτοια διοικητική αλλαγή, όπου θεσμοθετείται η διενέργεια τοπικών δημοψηφισμάτων, όχι μόνο μετά από πρωτοβουλία των οργάνων του Δήμου, αλλά και κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας. Βέβαια, το τελευταίο νομοσχέδιο έχει κι αυτό τρωτά σημεία (όπως για παράδειγμα το άρθρο 130 που θίγει το αντικείμενο του δημοτικού και περιφερειακού δημοψηφίσματος, μέσω του οποίου φαίνεται πως δεν μπορεί να προκηρύσσεται δημοψήφισμα για ζητήματα σχετικά με την εθνική ασφάλεια. Το ζήτημα της ονοματοδοσίας, όμως, καθίσταται ολοφάνερα ένα θέμα τέτοιας υφής). Συν τοις άλλοις, δεν έχει ακόμα ψηφιστεί.

Όμως, από τη στιγμή που το «έγκλημα» διεπράχθη, τίνα τρόπω θα μπορούσαμε, εμείς, οι πολίτες, να φανερώσουμε τη δυσαρέσκειά μας απέναντι σε αυτήν την τραγική κατάσταση; Καθίσταται αδήριτη πλέον ανάγκη να τεθεί εμπράκτως σε εφαρμογή η ιδέα του δ περί τοπικών δημοψηφισμάτων. Οι δήμαρχοι κάθε περιφέρειας, όντας απλοί πολίτες, να εκκινήσουν διαδικασίες για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, που θα μπορούσε – επί παραδείγματι – να θέτει την ερώτηση: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το προσύμφωνο, το οποίο υπέγραψαν σφετεριστικώ τω τρόπω οι τάδε την τάδε ημερομηνία;» Πρέπει να δηλώσουμε και εκ των υστέρων την αντίθεσή μας, καθώς και το γεγονός ότι απουσίαζε η νομιμοποίηση του λαού καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων!

Όταν ο λαός εξεγείρεται και παραδίνεται στην οργή του, είναι μια φλόγα σφοδρή που μάταια προσπαθεί κανείς να σβήσει.  -Ευριπίδης