Τα πρώτα ελληνικά κόμματα και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων (Β’ μέρος)

Τα πρώτα ελληνικά κόμματα και ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων (Β’ μέρος)

Β’ μέρος

Οι πρεσβείες των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσαν αγαστές διπλωματικές σχέσεις και συνεργάζονταν στενά με ορισμένους επιφανείς Έλληνες, οι οποίοι είχαν πραγματοποιήσει σπουδές στο εξωτερικό και είχαν ταυτόχρονα τη δυνατότητα για εκφορά δημόσιου λόγου. Οι μεταξύ τους σχέσεις οδήγησαν σταδιακά στη δημιουργία κάποιων πόλων επιρροής των πρώτων (όπως είδαμε στο Α’ μέρος, αυτό τοποθετείται χρονικά λίγο μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου), που εξελίχθηκαν τελικά στα πρώτα κόμματα στην ιστορία της Ελλάδας. Τα αποκαλούμενα και ξενικά κόμματα, ήταν τρία και το κάθε ένα έφερε το όνομα της Δύναμης στην οποία στηριζόταν: Αγγλικό κόμμα, Γαλλικό κόμμα, Ρωσικό κόμμα.

Τα κόμματα αυτά, στα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους, δεν είχαν την οργανωτική δομή που γνωρίζουμε σήμερα. Διακρίνονταν μεν σε αυτά κάποια ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ωστόσο δε διαχωρίζονταν μόνο βάσει αυτών. Διέπονταν ταυτόχρονα και από τοπικές (περιφερειακές) αντιθέσεις.

  1. Το Αγγλικό κόμμα ήταν ο πρώτος σχηματισμός που δημιουργήθηκε μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου από τους νικητές του, με αρχηγό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Οι γεωγραφικές περιοχές στις οποίες απέκτησε υποστηρικτές ήταν τα νησιά και ένα τμήμα της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας. Προσέλκυσε κυρίως τα αστικά στρώματα της εποχής, εμπόρους, πλειοκτήτες, καθώς και Έλληνες του εξωτερικού. Για τον λόγο αυτό κατηγορήθηκε για «ελιτισμό», όπως επίσης και για το ότι εξυπηρετούσε, κατά κύριο λόγο, τα προσωπικά συμφέροντά τους.

Με πρότυπο τη Βρετανία, προτεραιότητα του αγγλικού κόμματος ήταν η δημιουργία ενός ισχυρού κράτους δικαίου, του οποίου την ασφάλεια των συνόρων θα εγγυόταν η Αγγλία. Πρέσβευε τη δημιουργία ενός κοινοβουλευτικού συστήματος, με διάκριση των εξουσιών και παραχώρηση πολιτικών ελευθεριών και δικαιωμάτων στους πολίτες του. Στην πορεία του, το γραπτό Σύνταγμα αποτέλεσε διεκδίκησή του, όπως και για το Γαλλικό κόμμα (συνταγματικά κόμματα). Σε δεύτερο χρόνο, χωρίς να αποτελεί βασική προτεραιότητα, και σε μια πιθανή κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα ήταν πάλι η Αγγλία που θα στήριζε τις προσπάθειες των Ελλήνων για εδαφικές διεκδικήσεις. Γενικώς, ο άξονας γύρω από τον οποίο κινούταν ήταν η εκδυτικοποίηση του νεοτεχθέντος κράτους, κάτι που περιόριζε το λαϊκό του έρεισμα.

  1. Το Γαλλικό κόμμα σχηματίστηκε στη Στερεά Ελλάδα με αρχηγό τον Ιωάννη Κωλέττη. Οι κάτοικοί της, βοσκοί και γεωργοί κατά κύριο λόγο, εκφράζονταν καλύτερα μέσα από τις φιλελεύθερες ιδέες που διέπνεαν το Γαλλικό κόμμα. Για το Γαλλικό κόμμα προφανώς η χώρα πρότυπο υπήρξε η Γαλλία, όμως έναν επιπλέον λόγο που επιλέχθηκε να εισέλθει στη σφαίρα επιρροής της αποτέλεσε το γεγονός ότι είχε την μικρότερη ανάμειξη στο Ανατολικό Ζήτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες δυνάμεις και υπήρχε η ελπίδα ότι ως εγγυήτρια δύναμη δε θα επιθυμούσε να καθορίσει τις ελληνικές πολιτικές.

Η εσωτερική πολιτική που πρέσβευε το Γαλλικό κόμμα δεν είχε ιδιαίτερο εύρος. Ταυτίστηκε με το Αγγλικό κόμμα στη βάση διεκδίκησης Συντάγματος, το οποίο θα περιόριζε την απόλυτη εξουσία του μονάρχη, εξασφαλίζοντας τα δικαιώματα του λαού απέναντί του. Βασικά του μελήματα ήταν, όμως, η οικονομική αποκατάσταση των αγωνιστών και η «Μεγάλη Ιδεά». Η Μεγάλη Ιδέα υποστήριζε την ενοποίηση, υπό τη σκέπη ενός έθνους-κράτους όλων των εδαφών της ανατολικής Μεσογείου, στα οποία κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί, και κυρίως εκείνων της Κωνσταντινούπολης. Για τον λόγο αυτό αποκαλούταν και «εθνικό» κόμμα.

  1. Το Ρωσικό κόμμα συγκροτήθηκε στην Πελοπόννησο και αρχηγός του ήταν ο Ανδρέας Μεταξάς. Είναι γνωστό και ως κόμμα των «Ναπαίων», από το επίθετο «Νάπας» ενός Κερκυραίου υποστηρικτή του Καποδίστρια. Ο προσανατολισμός του ρωσικού κόμματος θεωρείται συντηρητικός-παραδοσιακός. Σε αυτό προσχώρησαν οι προύχοντες, αλλά και οι υποτακτικοί τους, οι καπεταναίοι με τους άντρες τους, ακτήμονες, μικροϊδιοκτήτες γης, δημόσιοι υπάλληλοι, κ.ά. Το κόμμα αυτό είχε μεγάλο λαϊκό έρεισμα, γιατί συνυφαινόταν, εν πολλοίς, με την Ορθοδοξία.

Το ρωσικό κόμμα πρέσβευε μεν τη δημιουργία ενός ισχυρού κράτους, με πρότυπο τη Ρωσία, ωστόσο δε θεωρούσε βασική προτεραιότητα την παραχώρηση συντάγματος. Το κράτος θα μπορούσε να έχει συγκεντρωτικό χαρακτήρα, τουλάχιστον μέχρι να γίνει ισχυρό. Σε αυτό θα βοηθούσε η σύνδεση με την ομόδοξη Ρωσία (εγγυήτρια δύναμη) και η συνεργασία με το Πατριαρχείο. Βασικός άξονας της πολιτικής του ρωσικού κόμματος ήταν η υπεράσπιση των συμφρόντων της Εκκλησίας και η διαφύλαξη της πίστης.

Κοινές ήταν οι θέσεις των κομμάτων αναφορικά με τα ζητήματα οικονομικής πολιτικής: στήριξη όλων των τότε τομέων παραγωγής, δημιουργία δικτύου συγκοινωνιών, θέσπιση νομοθεσίας σχετικής με τη φορολογία. Κοινή ήταν και η στάση τους κατά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που απαιτούσαν ομού από τον βασιλιά Όθωνα την παραχώρηση Συντάγματος. Και το Σύνταγμα ήρθε στα 1844 με τα τρία κόμματα να συνεργάζονται για το συνταγματικό περιεχόμενο, στη βάση της ανάγκης κατοχύρωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Τα πρόσωπα  

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Κωνσταντινούπολη 1791-Αίγινα 1865. Συγκαταλέγεται στις πλέον εξέχουσες πολιτικές προσωπικότητες στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Ήταν γόνος μιας εκ των πιο επιφανών οικογενειών του Φαναρίου. Σπούδασε Μαθηματικά και φιλοσοφία στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και μιλούσε 11 γλώσσες (ανατολικές και ευρωπαϊκές). Αποφοιτώντας κάποιος από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, μπορούσε να αναλάβει δημόσια αξιώματα. Θεωρούταν ιδιαίτερα εφυής, ευφραδής και «διπλωμάτης» στη συμπεριφορά του και στις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 έφτασε στη δυτική Στερεά Ελλάδα, αναλαμβάνοντας την πολιτική και στρατιωτική της οργάνωση. Μπορεί το πρώτο στρατιωτικό εγχείρημά του στην Ήπειρο το 1822 να μη στέφθηκε με επιτυχία, όμως το ίδιο έτος βοήθησε καθοριστικά το Μεσολόγγι και στη συνέχεια ήταν από τα πρόσωπα που συνετέλεσαν στην οργάνωση της άμυνάς του, ενώ το 1825 βρέθηκε στο πεδίο της μάχης στη Σφακτηρία, όπου πολέμησε σαν απλός στρατιώτης.  Το πέρας των εργασιών της Α’ Εθνοσυνέλευσης συνοδεύτηκε από τον διορισμό του ως προέδρου του Εκτελεστικού. Θεωρείται ότι από αυτό το χρονικό σημείο και έπειτα αρχίζει να εκδηλώνει τις συμπεριφορές εκείνες που θα ωθήσουν τους συγχρόνους του, αλλά και  ιστοριογράφους, να τον αντιμετωπίζουν με κάποια προκατάληψη, χρεώνοντάς του εξουσιομανία. Στη συνέχεια διετέλεσε πρόεδρος του Βουλευτικού. Ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος, το τέλος του οποίου τον βρήκε να συνεργάζεται με την Αγγλία, την οποία θεωρούσε προστάτιδα δύναμη, και στο πλαίσιο αυτό πρότεινε την «Πράξη Υποτέλειας» (1845) για την οποία κατηγορείται ακόμα και σήμερα, ωστόσο οι διπλωματικοί του αγώνες προσέφεραν πολλά στην Επανάσταση. Υπήρξε αρχηγός του Αγγλικού κόμματος και διέμεινε επί μακρόν εκτός ελληνικών συνόρων ως πρεσβευτής, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Ο ΌΘωνας, αν και θεωρούσε πολέμιό του τον Μαυροκορδάτο, λόγω της αντιαπολυταρχικής του στάσης και ρητορικής, αναγκάστηκε να τον χρησιμοποιήσει ως πρωθυπουργό για μικρές χρονικές περιόδους, το 1841, το 1844 και το 1854. Η πολιτική του καριέρα έκλεισε λίγο μετά από την Εθνοσυνέλευση του 1862 και με τη θέση του προέδρου της Επιτροπής Σύνταξης του Συντάγματος.

Ιωάννης Κωλέττης,  Συρράκο Ηπείρου 1773-Αθήνα 1847. Σπόυδασε Ιατρική στην Πίζα και προσελήφθη ως γιατρός από τον Μουχτάρ, γιό του Αλή Πασά. Μετά από την ατυχή εκβαση της Επανάστασης που ηγήθηκε ο ίδιος στο Συρράκο, κατέβηκε στην Πελοπόννησο και ανέλαβε πολιτική δράση. Διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις της εποχής και διετέλεσε πρωθυπουργός από το 1834 έως το 1835 και από το 1844 έως το 1847. Ως πολιτικός υπήρξε πρακτικός και διορατικός, ωστόσο κατηγορήθηκε για τον ευκαιριακό χαρακτήρα των συμμαχιών του, στην προσπάθεια να επιτύχει ικανοποίηση των στόχων του.

Ανδρέας Μεταξάς, Αργοστόλι 1790-Αθήνα 1860. Ήταν γόνος της επιφανούς οικογενείας των Μεταξάδων. Δεν είχε πραγματοποιήσει σπουδές και η μόρφωσή του περιοριζόταν σε ό,τι είχε αποκομίσει από τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Μιλούσε, επίσης, δυο ξένες γλώσσες. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, υπήρξε αγωνιστής την περίοδο της Επανάστασης και στη συνέχεια ανέπτυξε πολιτική δραστηριότητα. Στον εμφύλιο πόλεμο τοποθετήθηκε υπέρ του Θ. Κολοκοτρώνη και υποστήριξε την εκλογή του Καποδίστρια. Διετέλεσε πρωθυπουργός από 3 Σεπτεμβρίου 1843-16 Φεβρουαρίου 1844 και λίγα χρόνια αργότερα πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη (1850-1854). Το 1859 ο Όθωνας ανέθεσε στον Μεταξά τον σχηματισμό κυβέρνησης, προσπάθεια που δεν καρποφόρησε.

Μερίδα ιστορικών υποστηρίζει πως η χρήση και μόνο των επιθετικών προσδιορισμών  «αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό» για τα κόμματα αυτά, στη βάση στήριξής τους από τις αντίστοιχες Δυνάμεις, είναι δηλωτική του συμβιβασμού ή και παραγκωνισμού ακόμα των εθνικών συμφερόντων προς εξασφάλιση της ξένης ασπίδος και βακτηρίας. Στα πρόσωπα που ηγούνταν αυτών των πολιτικών σχηματισμών αποδίδει ιδιοτέλεια και συνέχιση του πελατειακού συστήματος, το οποίο «κληρονομήθηκε» από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μια άλλη ιστορική προσέγγιση συνδέει τις ηγετικές ομάδες των τριών κομμάτων με τις πρεσβείες των εγγυτριών δυνάμεων στο πλαίσιο ενός διπλωματικού αγώνα στη βάση της «ελπίδας», επισημαίνοντας ότι ναι μεν ζητούσαν στήριξη από τις αντίστοιχες δυνάμεις, όμως αυτές δεν παρενέβαιναν ούτε καθόριζαν τις πολιτικές επιλογές των κομμάτων.

Μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό ότι η συνέχιση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, κυρίως μετά τον εμφύλιο πόλεμο, τα οικονομικά αδιέξοδα και την απόβαση του Ιμπραήμ, απαιτούσε έξωθεν υποστήριξη. Η πολιτική και οικονομική ενίσχυση των εγγυητριών δυνάμεων ήταν, ομολογουμένως, ιδιαιτέρως σημαντική για τη συνέχιση και τελική έκβασή του, παρά ταύτα δε διακρινόταν για την αγνότητα των προθέσεών της. Μπορεί ο αγώνας των Ελλήνων να συγκίνησε την παγκόσμια κοινή γνώμη, οδηγώντας στην ανάπτυξη του φιλελληνικού ρεύματος, δεν ήταν, όμως, σαφώς ο φιλελληνισμός που ώθησε τις Μεγάλες Δυνάμεις σε πράξεις στήριξης του Αγώνα, όπως π.χ. η παροχή δανείων. Στην πραγματικότητα, οι Δυνάμεις αποσκοπούσαν στη διευκόλυνση των παρεμβάσεών τους στα ελληνικά πράγματα, ώστε να εξασφαλιστεί η εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, κυρίως αναφορικά με το Ανατολικό Ζήτημα. Η αλλαγή του status quo στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επηρέαζε την ισορροπία δυνάμεων, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή. Επιπλέον, η ανάμειξή τους στα ελληνικά θέματα εσωτερικής πολιτικής σχετιζόταν και με τον μεταξύ τους ανταγωνισμό και την επίδειξη ισχύος.

Το σήμερα

Δεν είναι δύσκολο να συσχετίσουμε το τότε με το σήμερα. Κάπως έτσι εξακολουθούν να λειτουργούν τα πράγματα, ακόμα κι αν έχουμε διανύσει δυο επιπλέον αιώνες πολιτικής ζωής. Κατακτήθηκαν με τα χρόνια κάποιες επιπλέον πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα, ωστόσο επί της ουσίας η πολιτική δεν έχει αλλάξει πολύ, δεν ακολούθησε την εξέλιξη την οποία θα ανέμενε κανείς στον σύγχρονο κόσμο μας, ακόμα και επηρεάστηκε από την ακμή και παρακμή των διαφόρων ιδεολογιών. Ασφαλώς, δεν αποτελεί το μοναδικό τρωτό της σημείο η διαιώνιση του πελατειακού συστήματος, το οποίο αναφέρθηκε στο Α’ μέρος αυτού του ιστορικού αφιερώματος.

Επιπλέον προβληματισμό μπορεί και είναι εύλογο να προκαλέσει η σημερινή σχέση εξάρτησης του ελληνικού κράτους από τις σύγχρονες μεγάλες δυνάμεις. Σε έναν πιθανό αντίλογο κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως, σε ένα παγκόσμιο σύστημα, ένα μικρό και «ανίσχυρο» κράτος, όπως είναι το ελληνικό, είναι αδύνατο να σταθεί μόνο του, χωρίς διακρατικές οικονομικές συνεργασίες, πολιτικούς και αμυντικούς συνασπισμούς. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η σχέση διαμορφώνεται διαχρονικά σε βάρος των εθνικών συμφερόντων του; Για πόσο ακόμα θα πορευόμαστε με γνώμονα τη συμβιβαστική λογική «κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις», πόσω μάλλον όταν στο ζύγι βρισκόμαστε σχεδόν πάντα στους «ριγμένους»;

Αν θέλουμε να δούμε ορισμένα πιο συγκεκριμένα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο αναμειγνύονταν οι ξένες δυνάμεις στα ελληνικά πράγματα της εποχής, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, σχετιζόμενο με την Αγγλία. Για την περίπτωση της Αγγλίας, λοιπόν, ήταν ο Ρωσικός κίνδυνος που την ώθησε να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα λειτουργούσαν ως ανάχωμα στην «κάθοδο» των Ρώσων σε εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρώτο δάνειο (Φεβρουάριος του 1824), το οποίο συνήφθη ανάμεσα σε  Άγγλους κεφαλαιούχους και στην ελληνική κυβέρνηση. Το δάνειο αυτό έμοιαζε με όαση μέσα στο οικονομικό τέλμα στο οποίο είχε περιέλθη η ελληνική κυβέρνηση στα πρώτα χρόνια του αγώνα, θεωρήθηκε τότε και θεωρείται ακόμα μεγάλη διπλωματική επιτυχία, ωστόσο τα χρήματα που έφτασαν τελικά στα ελληνικά ταμεία ήταν λίγο περισσότερα από το ¼ του συμφωνηθέντος ποσού και οι όροι του ήταν εξωπραγματικά αυστηροί, για τον λόγο αυτό χαρακτηρίστηκε και «ληστρικό». Τα ίδια περίπου ή με μικρές διαφορές ίσχυσαν και για το δεύτερο δάνειο ένα χρόνο μετά, το 1825, αλλά και σε άλλα που ακολούθησαν.

Όταν ήρθε στη χώρα μας το μνημόνιο το 2010, στάθηκε αναπόφευκτη η σύγκριση ανάμεσα στις πρώτες δανειοδοτήσεις των 1824-25 με τη σύγχρονη. Ο ίδιος ληστρικός χαρακτήρας και στις δυο περιπτώσεις, με υποθήκευση της χώρας ως απαιτούμενη θυσία στο βωμό της σωτηρίας της και με τους ίδιους δυσβάσταχτους όρους αποπληρωμής. Πόση ταύτιση υπάρχει ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα και όσον αφορά την άσκηση πίεσης από τις δυνάμεις στο όνομα του ελληνικού δημοσίου χρέους, προκειμένου να ακολουθηθούν συγκεκριμένες πολιτικές που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει σαν γεγονός και το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Έχει περάσει, κατά κύριο λόγο, στη συλλογική συνείδησή μας ότι οι Έλληνες αντιτάχθηκαν ομού (και τα τρία κόμματα) στις «αντιλαϊκές» πολιτικές του Όθωνα, ζητώντας παραχώρηση συνάγματος από το 1842 και μην αντέχοντας στη συνέχεια τη νεοεπιβαλλόμενη οικονομική πολιτική του. Αυτή όμως είναι η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη θέλει τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνασπίζονται προκειμένου να μη διασαλευτεί η πολιτική κατάσταση και ισορροπία στην ευρύτερη περιοχή, λόγω των εσωτερικών αντιδράσεων που προκαλούσε στο εσωτερικό του νεοσύστατου κράτους ο απολυταρχικός χαρακτήρας της διακυβέρνησης του Όθωνα. Έτσι, λοιπόν, το αίτημα για παραχώρηση συντάγματος δεν ήταν μόνο μια ελληνική πρωτοβουλία, με τα τρία κόμματα να ενώνουν τις δυνάμεις τους για τη διεκδίκησή του. Ήταν και αποτέλεσμα της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων, επηρεάζοντας τη στάση των κομμάτων. Βλέπουμε, επίσης, τις Δυνάμεις να υπονομεύουν την μοναρχία του Όθωνα ασκώντας του οικονομικές πιέσεις, οι οποίες του επέβαλαν να ακολουθήσει δυσβάσταχτη οικονομική πολιτική, η οποία με τη σειρά της θα προκαλούσε την αντίδραση των Ελλήνων εναντίον του.

Μια άλλη αξιοσημείωτη περίπτωση αποτελεί αυτή της επιλογής, από τις Δυνάμεις, ηγεμόνα για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Η Ελλάδα, λοιπόν, υποχρεωνόταν να δεχτεί έναν ηγεμόνα σαν τελεσμένο γεγονός, χωρίς να έχει όμως το δικαίωμα να συμμετάσχει στις διαδικασίες της επιλογής του. Και σε αυτή τη διαδικασία συναίνεσαν οι πολιτικοί της. Και όχι απλά συναίνεσαν. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το προκάλεσαν κιόλας, μέσα από την επιδίωξή τους να επιλεγεί για το νέο ελληνικό κράτος Ευρωπαίος βασιλιάς από τις Μεγάλες Δυνάμεις, προς εξασφάλιση της αναγνώρισης και νομιμοποποίησης τόσο του ελληνικού κινήματος όσο και του νεοπαγούς κράτους. Μόνο που ταυτόχρονα «νομιμοποιούταν» και η ξένη ανάμειξη στα ελληνικά πράγματα.

Σήμερα είμαστε εμείς που επιλέγουμε τα πρόσωπα τα οποία μας κυβερνούν, εντούτοις, αυτή η δυνατότητα επιλογής έχει ένα κίβδηλο δημοκρατικό προσωπείο. Στην πραγματικότητα, είναι το «σύστημα» που ανεβάζει και κατεβάζει πρόσωπα στην πολιτική σκηνή του τόπου. Φαίνεται και έχουμε την αίσθηση ότι επιλέγουμε, αλλά στην ουσία οι επιλογές μας μας υπαγορεύονται.

Είναι αδύνατο, μέσα σε λίγες σελίδες ενός μικρού αφιερώματος, εν είδει αρθρογραφίας, να ασχοληθεί κανείς με κάθε πτυχή μιας ιστορικής περιόδου. Σίγουρα πολλά σημεία και εξίσου ενδιαφέροντα έχουν παραβλεφθεί για λόγους οικονομίας. Επιχειρήθηκε η αναφορά ορισμένων μόνων γεγονότων σχετικών με το πολιτικό και διπλωματικό γίγνεσθαι της εποχής, ενδεικτικών της επικρατούσας κατάστασης, αλλά ταυτόχρονα και εύκολα σχετιζόμενων με την αντίστοιχη σημερινή.

Ο Ισπανοαμερικανός φιλόσοφος George Santayana διατύπωσε κάποτε τη φράση «Όποιος δε θυμάται το παρελθόν του, είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει», η οποία, δυστυχώς, ταιριάζει απόλυτα στην ελληνική περίπτωση. Φαίνεται ότι δυσκολευόμαστε πολύ να αντλήσουμε διδάγματα από το παρελθόν μας.

 

Βιβλιογραφία

Βερέμης, Θ. & Κολιόπουλος, Γ. (2006). Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια. Από το 1821 μέχρι σήμερα. Αθήνα: Καστανιώτη.

Δερτιλής, Γ. (2009). Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920. Α’ τόμος. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της «Εστίας».

Δώδος, Δ. (2011). Νεωτερικότητα και εκλογικά δικαιώματα. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

Θεοδωρίδης, Κ. (1998). Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και η δράση του. Από την Ανατολή στη Δύση και από τη Δύση στην Επανάσταση (1791-1821). (Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ελλάδα). Ανακτήθηκε από: http://pandemos.panteion.gr/index.php?op=record&pid=iid:6456&lang=el

Καρολίδης, Π. (1993). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Βιβλίο δέκατο όγδοο. Αθήνα: Κάκτος.

Μαργαρίτης, Γ. κ.ά. (2013). Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, Γ’ γενικού λυκείου. Βιβλίο μαθητή. Αθήνα: Οργανισμός Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων.

Μαυρογορδάτος, Γ. (2016). Το “αγγλικό κόμμα” στην Ελλάδα, 1821-1940: Από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο έως τον Ιωάννη Μεταξά. σε Καραπάνου, Α. (Επιμ.), Ελληνο-βρετανικές σχέσεις (Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά-Αγγλικά). Πτυχές της πρόσφατης ιστορίας τους. Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Μπάλτα, Α., Βόγλη, Ε., και Χρηστίδησ, Χ. (2016). Θέματα Ελληνικής Ιστορίας (19ος -20ος αι.). Ebook. Ανακτήθηκε από: https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/5972/3/Chapter2_Vogli%20Elpida.pdf

Παπαρηγόπουλος, Κ. (1993). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Βιβλίο δέκατο έκτο. Αθήνα: Κάκτος.

Petropulos, J.A. (1968). Politics and Statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1843. New Jersey: Princeton University Press.

  • Εύα Μυλωνά